Your search results

ΜΥΚΟΝΟΣ

Posted by DigiHome on Απρίλιος 21, 2016
| 0

Η Μύκονος αποτελεί ενιαίο νησιωτικό σύμπλεγμα μαζί με τη Δήλο, τη Ρήνεια και μερικές βραχονησίδες. Μαζί τους η Μύκονος, κατοικημένη ήδη από την 5′ Χιλιετία π.Χ. (προϊστορικός οικισμός της Φτελιάς), έχει μοιραστεί μια μακραίωνη και αρκετά πλούσια Ιστορία. Η σημερινή ζωηρή τουριστική και κοσμική της κίνηση που την κρατά πάντα στο προσκήνιο, συγκρινόμενη θυμίζει αναπόφευκτα την κοσμοπολίτικη αρχαία Δήλο της περιόδου της εμπορικής της ακμής (ελληνιστική – ρωμαϊκή περίοδος).
Η Μύκονος είναι σταθερά, από τη δεκαετία του ’50 και μετά, ένα από τα δημοφιλέστερα τουριστικά νησιά στην Μεσόγειο.
Η Χώρα, όπως κοινά αποκαλείται η πόλη της Μυκόνου, εντυπωσιάζει και γοητεύει τον επισκέπτη της από την πρώτη στιγμή, χάρη στην ωραία θέση, την κλίμακα και την αρχιτεκτονική της. Παρά την μεγάλη τουριστική ανάπτυξη του νησιού καταφέρνει να διατηρεί όσο καμιά άλλη την κυκλαδίτικη φυσιογνωμία της και πολλά από τα παραδοσιακά στοιχεία της.
Ολόλευκα, κυβόσχημα τα σπίτια της, λάμπουν στο φως, αραδιασμένα σοφά, και με τάξη μέσα στ’ αμέτρητα δαιδαλώδη σοκάκια με τα ασβεστωμένα λιθόστρωτα. Πιο πέρα, σ’ ένα χαμηλό λόφο, οι για αιώνες ακίνητοι ανεμόμυλοι, σε συνδυασμό με τους κόκκινους τρούλους και τα καμπαναριά των αναρίθμητων εκκλησιών συνθέτουν μια εικόνα απαράμιλλης ομορφιάς. Στο λιμάνι της ένας μικρός πολύχρωμος στόλος από καϊκια και βάρκες συμπληρώνει με ζωηρές πινελιές αυτό το μοναδικό σύνολο.
Στην σημερινή Μύκονο, η επανάληψη των μορφών της κυκλαδίτικης παραδοσιακής αρχιτεκτονικής και στα νεότερα κτίρια, εξασφαλίζει στην πόλη και την ενδοχώρα μια αίσθηση συνέχειας και αρμονίας Τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί όμως με τη συγκίνηση που εμπνέει ο υποβλητικός ερειπιώνας της αρχαίας Δήλου. Μια ολόκληρη πόλη με τους δρόμους και τις αγορές της, τα δημόσια κτίρια και ιερά της, τα πολυτελή σπίτια και μαγαζιά, τις στέρνες, κολώνες ψηφιδωτά, τα αρχαία πηγάδια παντού γύρω.

Όλα λουσμένα μέσα στο άπλετο φως του θεού Απόλλωνα, απλώνονται ανάμεσα στο λόφο του Κύνθου και το λιμάνι με τα καθάρια νερά, δίνοντας την εντύπωση στον επισκέπτη ότι σταμάτησαν να λειτουργούν μόλις χτες…
Η φήμη της Μυκόνου και ο μεγάλος αριθμός επισκεπτών, ανάμεσα στους οποίους και οι σημαντικές προσωπικότητες από όλον τον κόσμο, δημιούργησαν και την αντίστοιχη εμπορική κίνηση που έκαναν διάσημη την αγορά της Μυκόνου.
Έτσι, στους δρόμους της Μυκόνου, με εμπορικότερο το Ματογιάννι, μπορεί να συναντήσει κανείς στα μαγαζιά επώνυμα ρούχα, περίτεχνα κοσμήματα και αντικείμενα τέχνης. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι εδώ κρυπτοεκδηλώνονται πολλές φορές οι διεθνείς τάσεις της μόδας που πρόκειται να επικρατήσουν μετά από λίγο.
Στα διάσπαρτα καφέ, μπαρ, εστιατόρια της Χώρας μπορεί να απολαύσει κανείς τον καφέ το ούζο και πλήθος άλλες γευστικές απολαύσεις, χαζεύόντας συγχρόνως τον πολύχρωμο κόσμο που κυκλοφορεί στα σοκάκια της πόλης.
Η Χώρα αποτελεί επίσης το ορμητήριο για ν’ ανακαλύψει κανείς, με τακτικά δρομολόγια λεωφορείων ή άλλα μέσα και τις υπόλοιπες ομορφιές της Μυκόνου, τη γραφική ενδοχώρα και τις πεντακάθαρες παραλίες της.

Ιστορία

Ο κλασικός μύθος θέλει τους Γίγαντες, που εξόντωσε ο Ηρακλής κατά τη Γιγαντομαχία, θαμμένους κάτω από τους επιβλητικούς βραχώδεις σχηματισμούς της Μυκόνου. To όνομά της φαίνεται να δηλώνει το «σωρό λίθων» ή τον «πετρώδη τόπο». Κατά μία μεταγενέστερη παράδοση το νησί συνδέεται με τον ήρωα Μύκονο, γιο του βασιλιά της Δήλου Άνιου, που ήταν με τη σειρά του γιός του Απόλλωνα και της νύμφης Ροιούς- απογόνου του Διονύσου.
Κάρες και Φοίνικες λέγεται ότι ήταν οι πρώτοι κάτοικοι της Μυκόνου, αλλά οι Ίωνες από την Αθήνα εγκαταστάθηκαν και κυριάρχησαν εδώ γύρω στο 1000 π.Χ., εκδιώκοντας τους προηγούμενους. Αναφέρεται ότι στο νησί υπήρχαν δύο πόλεις. Στάθμευσαν ο Δάτις κι ο Αρταφέρνης το 490 π.Χ. κι ότι ήταν μάλλον φτωχό αν και γεωργικό. Λατρεύονταν εδώ κυρίως ο Διόνυσος, η Δήμητρα, ο Δίας, ο Απόλλων, ο Ποσειδώνας κι ο Ηρακλής, ενώ πέρασε από τα χέρια των Ρωμαίων σ’ εκείνα των Βυζαντινών, οι οποίοι εκτέλεσαν και έργα για την άμυνα, κατά των Αράβων πειρατών, τον 7ο αιώνα και κράτησαν το νησί μέχρι το τέλος του 12ου αιώνα.
Μετά τη θλιβερή κατάληξη της Δ΄ Σταυροφορίας σε βάρος του Βυζαντίου το 1204, το νησί παραχωρείται στους Ανδρέα και Ιερεμία Γκίζι (συγγενείς του Δόγη Δάνδολου), το 1292 φαίνεται να λεηλατείται από Καταλανούς και αφήνεται πάλι στον άμεσο έλεγχο των Βενετών από τον θνήσκοντα τελευταίο Γκίζι, το 1930. Έκτοτε, απετέλεσε ενιαία ενετική εδαφική κτήση με την Τήνο. Κατά τη διάρκεια της επικυριαρχίας των Βενετών, καταστρέφεται από το Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσσα, ναύαρχο του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, στα 1537. Επί Οθωμανών, υπάγεται στη δικαιοδοσία του αρχηγού του Οθωμανικού στόλου, του Καπουδάν Πασά και σχεδόν αυτοδιοικείται κατά το σύστημα της εποχής, έχοντας βοεβόδα και επιτρόπους, που προσπαθούν όπως μπορούν να κρατήσουν ίσες αποστάσεις από Τούρκους και Βενετούς (οι τελευταίοι αποσύρονται οριστικά από την περιοχή με την παράδοση της Τήνου στους Οθωμανούς, το 1718).
Ο πληθυσμός της Μυκόνου (που κυμαίνεται κατά κανόνα τη νεώτερη περίοδο ανάμεσα στις 2.000 και τις 5.000 ψυχές) ενισχύθηκε, περισσότερες από μία φορές από πάροικους (από την Κρήτη ή τα κοντινότερα νησιά Νάξο, Φολέγανδρο, Σίκινο, Κίμωλο κ.λπ.), ύστερα από λιμούς και επιδημίες, ακολουθήματα των συχνών πολέμων, μέχρι τα τέλη του 18ου – αρχές του 19ου αιώνα. Το νησί, λόγω γεωγραφικής θέσεως, αναδεικνύεται σε σημαντικό σταθμό ανεφοδιασμού για τα ξένα εμπορικά πλοία.
Οι Μυκονιάτες την ίδια περίοδο, θεωρούμενοι καλοί ναυτικοί, επιδόθηκαν βαθμιαία με επιτυχία στη ναυτιλία και το εμπόριο, έχοντας δοκιμαστεί προηγουμένως κατάλληλα και στην πειρατεία. Πολλοί συμμετείχαν ενεργά στην εξέγερση των νησιών, γνωστή ως ‘Ορλωφικά’ (1770 – 74), που κατέληξε ευτυχώς σε όφελος της Αικατερίνης Β΄ της Ρωσσίας αλλά και των νησιωτών, μετά τις ευνοϊκές για το ελληνικό εμπόριο συνθήκες που διαμορφώθηκαν την αμέσως επόμενη περίοδο.
Κατά την Επανάσταση του 1821, οι Μυκονιάτες οδηγημένοι από την ηρωίδα του νησιού Μαντώ Μαυρογένους (γόνο ισχυρής αριστοκρατικής οικογένειας και μεγαλωμένη στην Τεργέστη με τις ιδέες του Διαφωτισμού), αποκρούουν με ζήλο μιά επίθεση μοίρας του Τουρκικού στόλου (1822) και συμμετέχουν στον απελευθερωτικό αγώνα με τέσσερα εξοπλισμένα πλοία (εξ ών τα δύο ανέλαβε να συντηρεί με ίδια έξοδα η Μαντώ, εξανεμίζοντας μιά σημαντική πατρογονική περιουσία).
Με το νέο ελληνικό κράτος, η Μύκονος βλέπει να αναγεννιέται μία δυναμική αστική και μικροαστική τάξη, που καλλιεργεί ιδιαίτερα τους δεσμούς της με τη νότια Ρωσσία (Οδησσός, πόλεις της Κριμαίας), την Ιταλία (Λιβόρνο) και τη Γαλλία (Μασσαλία), αλλά και με την Αλεξάνδρεια, τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη, την ανερχόμενη Σύρο… Η πλήρης επικράτηση όμως της τεχνολογίας του ατμού (προς τα τέλη του 19ου αι.) και η διάνοιξη της Διώρυγας της Κορίνθου (1904) της αφαίρεσαν πολλή από τη δύναμή της ώστε, όλο και περισσότεροι Μυκονιάτες ξενιτεύονταν σε αναζήτηση καλύτερης τύχης, κάποιοι στο εξωτερικό (Ρωσσία μέχρι τον 1ο Παγκόσμιο πόλεμο, ύστερα Η.Π.Α.) και περισσότεροι στα νέα αστικά κέντρα του εσωτερικού (Πειραιάς, Αθήνα). Δημογραφική ανάκαμψη θα παρατηρηθεί πάλι, μόνο αφού έλθει να δώσει απάντηση ο Τουρισμός (πρώτα οικονομικά ‘σκιρτήματα’ τη δεκαετία του ’30), λίγες δεκαετίες αργότερα.
Οι αρχαιολογικές ανασκαφές που είχε ξεκινήσει, από το 1873, στη Δήλο η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας, είχαν πράγματι καθιερώσει από πολύ νωρίς την περιοχή στη συνείδηση της «ελίτ» εκείνης που είχε την άνεση και την επιθυμία να ταξιδέψει στην Ελλάδα. Ήδη, από το 1930 αρκετοί διάσημοι επισκέπτονταν το νησί και ανακάλυπταν μαζί με τις εντυπωσιακές αρχαιότητες της Δήλου, τις δικές του σπάνιες χάρες. Με την αλματώδη ανάπτυξη της βιομηχανίας του Τουρισμού στη νότια Ευρώπη μεταπολεμικά, η Μύκονος αφομοιώνει αρκετά καλά τα νέα δεδομένα και, με την εργατικότητα, το αμίμητο «στυλ» και την επιχειρηματική αντίληψη των ανθρώπων της, διεκδικεί μια από τις πιο αξιοζήλευτες θέσεις στη διεθνή τουριστική αγορά.

Μετεωρολογικά

Οι επικρατούντες άνεμοι στην περιοχή είναι οι βόρειοι με ποσοστό εμφάνισης 38.2%, και ακολουθούν οι βορειοανατολικοί με ποσοστό εμφάνισης 16,3%. Το ποσοστό νηνεμίας είναι μικρό και φθάνει περίπου το 11,3%. Η ένταση των ανέμων είναι μέτρια και κυμαίνεται από 2 έως 6 Beaufort. Στο σχήμα παρακάτω που ακολουθεί παρουσιάζεται το ανεμόγραμμα όπως αυτό προκύπτει για τη χρονική περίοδο 1989-1996

Ανεμόγραμμα περιοχής από τα δεδομένα του Μ.Σ Μυκόνου για την περίοδο 1989-1996.
Το Νότιο Αιγαίο παρουσιάζει σημαντικές κλιματολογικές παραλλαγές λόγω της γεωγραφικής θέσης, του μεγέθους και της απόστασης των νησιών από τις πλησιέστερες ηπειρωτικές ακτές. Tα νησιά του Αιγαίου μπορούν να διακριθούν σε τρεις ομάδες με παρεμφερή – κλιματικά δεδομένα :

 

  • Κεντρικές και Νότιες Κυκλάδες (Φολέγανδρος, Πάρος, Μήλος, Κίμωλος, Σίφνος, Σέριφος, Σύρος, Μύκονος, Νάξος, Αμοργός, Ανάφη, Θήρα, Ίος, Σίκινος)
  • Βόρειες Κυκλάδες (Κύθνος, Κέα, Άνδρος, Τήνος)
  • Δωδεκάνησα

    Στο σύνολο των νησιών κυριαρχεί το ήπιο εύκρατο μεσογειακό κλίμα , το οποίο στις Ν-Α περιοχές κλίνει προς το θαλάσσιο. Ο χειμώνας είναι ιδιαίτερα ήπιος, με μέση θερμοκρασία που σε πολλά νησιά των Κυκλάδων ξεπερνά τους 12°C. Το καλοκαίρι η μέση θερμοκρασία υπερβαίνει τους 25°C στα περισσότερα νησιά, η ατμόσφαιρα παραμένει όμως δροσερή λόγω της επίδρασης των ανέμων και της θάλασσας.
    Οι κλιματικές συνθήκες της περιοχής των Ν. Κυκλάδων χαρακτηρίζονται ευνοϊκές για την γεωργική παραγωγή. Η ελεύθερη παγετού περίοδος του έτους, βασικής σημασίας για πολλά φυτικά είδη, είναι εξαιρετικά μεγάλη και εκτείνεται από 1η Μαρτίου μέχρι 15η Νοεμβρίου, δηλαδή 260 ημέρες το έτος. Περιοριστικός παράγοντας των αποδόσεων και γενικότερα της αγροτικής ανάπτυξης στο νησί είναι η εκτεταμένη ξηρά περίοδος με χαμηλό μέσο ετήσιο ύψος βροχής που ανέρχεται σε 371,7mm (για την περίοδο 1989-1996).

  • Πηγη: http: Η Μύκονος